Ποιος χρονολόγησε Corinna zu Sayn-Wittgenstein;

Corinna zu Sayn-Wittgenstein

Corinna Larsen (Fráncfort del Meno; 28 de enero de 1964) es una empresaria alemana conocida también como Corinna (Prinzessin) zu Sayn-Wittgenstein por haber estado casada en segundas nupcias con el aristócrata alemán Casimir zu Sayn-Wittgenstein-Sayn (nacido en 1976). Tras su divorcio del alemán, ha seguido incluyendo en su apellido el título de «princesa» (la única forma de exponer un componente nobiliario según la ley alemana, que al ser república no le confiere un significado oficial ni privilegios).

Desde 2006, sus apariciones en los medios estuvieron ligadas a su relación amorosa con el entonces rey de España Juan Carlos I.​​​​ Durante la misma, Corinna organizó viajes del monarca, como una cacería de elefantes en Botsuana en 2012 a resultas de la cual hubo de ser repatriado a España y hospitalizado.​​ También le acompañó en regatas,​ fue representante suyo ante magnates extranjeros,​ y actuó como intermediaria en transacciones con altos dignatarios y empresarios de Rusia y de Arabia Saudí.​​

Tras su ruptura con Juan Carlos I, de quien había recibido 100 millones de dólares —regalo del rey de Arabia Saudí— como donación irrevocable, en 2018 contrató a la agencia de detectives suiza Alp Services con el encargo de investigar a catorce amigos de Juan Carlos I, «arruinar la reputación» del fiscal suizo Yves Bertossa, encargado de la investigación abierta contra ella en la nación helvética por blanqueo de capitales, y elaborar un «plan de acción» para la publicación de informaciones favorables en Wikipedia y otros medios digitales. Por dichos servicios abonó, en enero de 2021, 130 000 francos suizos (125 686 euros) a la agencia de detectives.​

Διαβάστε περισσότερα...
 

Χουάν Κάρλος Α΄ της Ισπανίας

Χουάν Κάρλος Α΄ της Ισπανίας

Ο Χουάν Κάρλος της Ισπανίας (ισπανικά: Juan Carlos I de España‎‎, Ρώμη, 5 Ιανουαρίου 1938) διετέλεσε βασιλιάς της Ισπανίας από τις 22 Νοεμβρίου 1975 έως τις 18 Ιουνίου 2014, όταν παραιτήθηκε από τον θρόνο στον οποίο ανήλθε ο γιος του, Φίλιππος ΣΤ΄. Μετά από την παραίτησή του, συνέχισε να χρησιμοποιεί τον τίτλο του βασιλιά για τιμητικούς λόγους, διατηρώντας την προσφώνηση «μεγαλειότατος», ενώ έγινε επικεφαλής των εφέδρων των Ενόπλων Δυνάμεων, παρότι δεν ασκεί συνταγματικά καθήκοντα.

Η βασιλεία του ξεκίνησε με την επίσημη ανακήρυξή του, από την πλευρά της Εθνοσυνέλευσης, στις 22 Νοεμβρίου 1975, δύο ημέρες μετά τον θάνατο του Φρανθίσκο Φράνκο και σύμφωνα με τον Νόμο περί Διαδοχής της Ηγεσίας του Κράτους του 1947. Στις 22 Ιουλίου 1969 ο Φράνκο, παρακάμπτοντας τον πατέρα του Χουάν Κάρλος, Ιωάννη, Κόμη της Βαρκελώνης, είχε ορίσει ως διάδοχο του θρόνου της Ισπανίας τον πρώτο. Το Σύνταγμα της Ισπανίας, το οποίο επικυρώθηκε με δημοψήφισμα στις 6 Δεκεμβρίου του 1978 και άρχισε να ισχύει στις 27 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, αναγνώρισε ρητά το άτομό του ως βασιλιά της Ισπανίας και νόμιμο διάδοχο της ιστορικής δυναστείας των Βουρβόνων και του ανέθετε την ηγεσία του κράτους. Το Σύνταγμα του απένειμε, επίσης, τον βαθμό του συμβόλου της εθνικής ενότητας. Πριν την ανακήρυξή του, εξαιτίας της εύθραυστης υγείας του Φράνκο, είχε ασκήσει, κατά διαστήματα, προσωρινά καθήκοντα στην Ηγεσία του Κράτους.

Η επιρροή του βασιλιά Χουάν Κάρλος στην Ισπανική Μεταπολίτευση και ο ρόλος του κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος του 1981, καθώς και η υποστήριξή του στην ένταξη στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και η συνεισφορά του εκείνη την εποχή στην ενίσχυση των διπλωματικών σχέσεων, του απέδωσαν πολλαπλές τιμητικές διακρίσεις κατά τη διάρκεια της βασιλείας του. Από την άποψη αυτή, ο δημοσιογράφος του περιοδικού Time Χάουαρντ Τσούα-Εοάν τον θεωρεί «έναν από τους πιο απίθανους και εμπνευσμένους ήρωες της ελευθερίας του 20ου αιώνα, που αψήφησε μία απόπειρα στρατιωτικού πραξικοπήματος με στόχο την ανατροπή της νεαρής μετα-Φράνκο δημοκρατίας της Ισπανίας».

Διαβάστε περισσότερα...